Share on facebook
Share on whatsapp
Share on email
Share on twitter
Share on pinterest
Χριστουγεννιάτικες μπάλες πάνω σε κλαδιά
foto: Pixabay

Ο Στολισμένος Καλόγερος

Ηταν αρχές Δεκεμβρίου του 1994. Η ατμόσφαιρα στο σπίτι μας πολύ βαριά γιατί μόλις πριν λίγες μέρες είχε συμπληρωθεί ένας βασανιστικός χρόνος που είχαμε χάσει αιφνίδια τον πατέρα μου στα 54 του χρόνια.

Το χαρούμενο -παρά τα προβλήματά του- σπίτι μας είχε απολέσει για πάντα τη ζωντάνια του. Οι ρυθμοί μας είχαν αλλάξει. Ενώ κανείς δεν έκλαιγε, κανείς δεν οδυρόταν φωναχτά για να μην κάνει χειρότερα και τους άλλους, είχαμε όλοι μαραθεί, φοβάμαι, ανεπανόρθωτα. Εγώ τα βράδια, άφηνα το δωμάτιό μου και πήγαινα να κοιμηθώ στο δωμάτιο του αδερφού μου, αλλά δεν ξέρω αν το έκανα για εκείνον ή για μένα. Αγκαλιαζόμασταν λοιπόν σφιχτά, για να μη βρίσκει χώρο η λύπη να χωρέσει, και λέγαμε ιστορίες ώσπου να μας πάρει ο ύπνος.

– «Θυμάσαι Νικόλα εκείνα τα Χριστούγεννα που χτύπησε η πόρτα κι εμφανίστηκε ξαφνικά ο μπαμπάς;»
– «Ναι.» Παύση.
– «Εσύ θυμάσαι εκείνα τα Χριστούγεννα που μας έστειλε εισιτήρια και πήγαμε όλοι μαζί στην Ολλανδία;»
– «Ναι.»
– «Δεν πας να δεις τι κάνει η μαμά;»
– «Πάω.»

Κι έτσι πέρναγαν τα βράδια. Βέβαια, σε ποιον να το πω και ποιος να με πιστέψει, πως ο πατέρας ερχόταν όλη την ώρα και στον ύπνο αλλά και στον ξύπνο μας και μας άφηνε διάφορα σημάδια πως είναι καλά και να μην στενοχωριόμαστε. Αλλά και πάλι όμως…

Κάθε χρόνο στις 6 Δεκεμβρίου, «τ΄ Αγιού Νικολά΄» στολίζαμε κατ΄έθιμο το σπίτι και το κάναμε έξτρα σούπερ γιορτινό για να χαρεί ο αδερφός μου,  αλλά κι εμείς βέβαια. Γεμίζαμε το δέντρο με τεράστιες λαμπερές μπάλες, όμως η μεγαλύτερη μπάλα χαράς ήταν ο ίδιος ο Νικόλας. Για όσους δεν έχουν διαβάσει παλιότερες ιστορίες, ο αδερφός μου ήταν καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο, survivor από πολύ δύσκολες, ακατόρθωτες δοκιμασίες που του έτυχαν. Βέβαια, ο ίδιος, ήταν πηγή χαράς και μπαταρία για πεσμένη ενέργεια. Έφτανε λίγη ώρα κοντά του για να φορτίσεις τις μπαταρίες σου με αισιοδοξία. Ολοστρόγγυλος, λαμπερός και αυτοκυριαρχημένος, ακτινοβολούσε. Όσοι τον γνώριζαν, ξέρουν για τι πράγμα μιλάω.

Εκείνα όμως τα Χριστούγεννα ξέραμε καλά ότι δεν θα ξαναγιορτάσουμε ποτέ πια. Είχαν έρθει τα πάνω κάτω. Εγώ ήμουν θυμωμένη κι άναυδη, δεν μπορούσα να δεχτώ ότι μας έκανε και αυτό η ζωή, τα είχα με τον Θεό, με το καράβι, με τον καπετάνιο, με όλους. Η μαμά μου άδειασε. Κοιταζόμασταν και δεν ξέραμε τι να πούμε. Ο αδερφός μου από την ημέρα που χάσαμε τον πατέρα μου άλλαξε. Δεν έγινε πιο θλιμμένος ή απόμακρος. Δεν έκλαιγε, δεν έδειχνε λύπη ή στενοχώρια. Έγινε πιο σκεπτικός, πιο σοβαρός. Κι αυτό δεν μπορούσα να το αντέξω από τη χριστουγεννιάτικη μπάλα μου.

– «Θες Νικόλα να παίξουμε κιθάρα;»

(Είχαμε το μικρό μας συγκρότημα, εγώ γρατζουνούσα συγχορδίες ως μεγάλη ροκ σταρ κι εκείνος ήταν ο ντράμερ, δηλαδή βάραγε τρία τάπερ με κουτάλια και τραγουδούσαμε στα δύο μικρόφωνα του πικάπ μας ηχογραφώντας τις φωνές μας. Δεν ακουγόμασταν καθόλου άσχημα. Η μαμά μας από μέσα έλεγε: «Αχ τι ωραία, είστε υπέροχοι, πείτε το λίγο πιο δυνατά να ακούω. Πείτε μου και λίγο Ξυλούρη…»)

– «Μπααα, πιο μετά Αννούλα, βλέπω ένα έργο…» μου έλεγε αλλά δεν κοίταγε την οθόνη. Κοίταγε έξω από το παράθυρο. Μα ούτε εγώ ήθελα να παίξουμε μουσική… παράξενο.

Εκείνο το βράδυ που ξημέρωνε η γιορτή του κι άκουγα την μαμά να αναστενάζει σιγανά στην κάμαρά της: «Γιάννη μου, Γιάννη μου, πού με άφησες;» αναρωτιόμουν πώς θα ήταν η ζωή μας από δω και μπρος. Δεν θα είχαμε ξανά γιορτές, δεν θα είχαμε ξανά στολίδια, δεν θα είχαμε ξανά χαρά. Δε θα είχαμε ξανά πατέρα. «Τα ύστερα του κόσμου», που έλεγε κι ο Πατριαρχέας, στο «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται».

Εκείνη λοιπόν την παραμονή του Αγίου Νικολάου, η μαμά πήγανε με την καλή μας Λαμάρα, την κυρία που μας βοηθούσε, και τον Νικόλα μας στη φυσιοθεραπεία του. Έμεινα μόνη στο σπίτι. Μετεφηβεία, μελαγχολία, θυμός, θλίψη, αμφιβολίες για το μέλλον, υπαρξιακά… Ολα μαζί κι όλα μαύρα κι άραχνα κι έτσι δεν τους συνόδευσα. Μου έλειπε ο μπαμπάκας μου.

Μηχανικά, ανέβηκα στο πατάρι, κατέβασα την κούτα με τα στολίδια, πήγα στο δωμάτιο του αδερφού μου και καθόμουν και τα χάζευα. Πήρα την μοναδική τεράστια κόκκινη μπάλα και την κρατούσα στο χέρι μου. Την λέγαμε «αρχική» γιατί την βάζαμε πρώτη πρώτη τελετουργικά σε ένα χαμηλό κλαδί που το έφτανε ο Νικόλας με το καρότσι του, αφού όμως είχαμε καθρεφτίσει όλοι τη μούρη μας και γελάγαμε με τις γκριμάτσες και τις παραμορφώσεις που μας έκανε. Με αυτόν τον τρόπο κήρυττε την έναρξη του στολισμού των εορτών, με κάθε επισημότητα.

Με κοίταξα μέσα στη μπάλα. Πόσο έμοιαζα του πατέρα μου! Η Σκάρλετ, το αγαπημένο μας κόλεϋ ήρθε κι έκατσε κοντά μου περίλυπη σαν άνθρωπος και με ακουμπούσε στο πόδι με τη μουσούδα της. Ήθελε παρέα κι αυτή. Αγκαλιά. Την καταλάβαινα και με καταλάβαινε. Τη χάιδεψα και το πήρα απόφαση:

Άδειασα τον καλόγερο από τα μπουφάν, τα πέταξα όλα πάνω στο κρεββάτι, τον έφερα κοντά στη μπρίζα* και κρέμασα στο πρώτο χεράκι την τεράστια μπάλα. Η Σκάρλετ γαύγισε με χαρά. Χαμογέλασα. Ηταν πολύ αστείο. Βρήκα άλλες 5 μεγαλούτσικες, άλλα χρώματα, δυο χρυσές καμπανούλες, μια ασημένια γιρλάντα και τέλος κάτι μπλε φωτάκια. Μόνο μια σειρά. Τα άλλα τα ξανάβαλα στο κουτί. Στόλιζα τον καλόγερο, με πολλή φροντίδα και προσοχή. Νομίζω πως σιγομουρμούριζα και την Αγια Νύχτα.

Πήρα κι έναν διάφανο Αη Βασίλη και τον κόλλησα στο παράθυρο και δίπλα στο κομοδίνο του Νικόλα ένα μικρό κρυστάλλινο ελατάκι με ρουμπινί μπαλίτσες που βρήκα εκεί μέσα. Που είναι το αστέρι; Νάτο. Αχ, δε χωράει στην κορυφή του καλόγερου… Κάτσε να βρω τις πλαστελίνες από την εργοθεραπεία του Νικόλα να το κολλήσω. Ανάβουν; Ναι. Αριστούργημα!

Για λίγα λεπτά καμάρωνα σαν υπνωτισμένη το δέντρο μου κι ένοιωσα για μια στιγμή ευτυχία. «Γεννιέται ο Χριστούλης, τι χαρά!» Δεν μπορεί να μην νοιώσεις μια μικρή ελπίδα που γεννιέται ο Χριστός μας…

Και ξαφνικά, μαύρο! «…Μα κι Αυτός θα πεθάνει…» έσβησαν όλα μες στο μυαλό μου. Απότομα έγινε Μεγάλη Παρασκευή κι έχοντας παραστεί στην σπαραξικάρδια κηδεία του πατέρα μου κατάλαβα πια ως τα κατάβαθά μου τι ήταν ο Επιτάφιος που ακολουθούσαμε το Πάσχα… Όλα μωβ και πένθιμα… Από τα Χριστούγεννα είχα ήδη κάνει Μεγαλοβδομάδα μέσα στην καρδιά μου κι Ανάσταση δεν φαινόταν πουθενά…

«Ανάσταση! Ναι, σε 3 μέρες θα αναστηθεί!» Κι εμείς μαζί Του, έτσι δεν μας υποσχέθηκε; Έτσι δεν μας είπε; «Ελπίς απηλπισμένων, συ μοι βοήθησον!» Οι σκέψεις ερχόντουσαν καταιγιστικές, ανακατεμένες με χριστουγεννιάτικη μουσική. Από που είναι τώρα αυτό το τροπάρι που μου καρφώθηκε στο κεφάλι; Αχ τα νεύρα μου, Αυτός ήταν θεός. Εμείς; Εμάς θα μας φάει το μαύρο χώμα… «Dust in the wind. All we are is dust in the wind» φαντάστηκα τον παπά της ενορίας μας να ψάλλει αυτό μέσα στην εκκλησία.

Και ωχ… αυτοκίνητο. Ηρθαν! Αμάν αμάν! Ξαφνικά ο καλόγερος έκανε πολύ αισθητή την παρουσία του, έτσι που αναβόσβηνε και τρόμαξα. Δεν προλαβαίνω να τον κρύψω. Να τραβήξω τη μπρίζα; Χειρότερα θα φαίνεται. Τι θα πει τώρα η μάνα μου για την ασέβειά μου; Πως χάσαμε τον πατέρα κι εγώ κάθομαι και στολίζω γιρλάντες και φωτάκια; Τι θα της πω;

Μπαίνουν μέσα κι εγώ ετοιμάζομαι να ακούσω τα σκολιανά μου για το φουτουριστικό μου δέντρο που είχε βάλει τα δυνατά του κι αναβόσβηνε σαν ντισκοτέκ. Το είχα ήδη μετανοιώσει. Μα που με φώτισε να στολίσω; Με βρίσκουν να κάθομαι σαν βρεγμένη γάτα στο κρεββάτι του Νικόλα με μια καμπανούλα στα χέρια που δεν είχα προλάβει να την κρεμάσω και πολύ ένοχο ύφος. Ολοι κοίταζαν σαν μαγνητισμένοι χωρίς να μιλάνε τα μπλε φωτάκια να αναβοσβήνουν μέσα στη νύχτα.

– «Ρρρρρ – Ράπα Πάμ Παμ!» λέει ξαφνικά ο αδερφός μου, με έναν χαρούμενο τόνο στη φωνή από την παλιά χαρά. Με κοιτάζει κι αρχίζει να τραγουδάει με φωνή Παβαρότι: «Καλόγερε, Καλόγερε, μ’ αρέσεις πως μ’ αρέσεις!» Όλοι γελάσαμε. Ακόμα κι κυρία Λαμάρα που ήταν από τη Γεωργία και δεν καταλάβαινε καλά τα λόγια. Η μαμά μου, μού χάιδεψε το κεφάλι, χαμογέλασε και πήγε μέσα χωρίς να πει τίποτα. Ο Νικόλας παρκάρισε δίπλα στην τεράστια κόκκινη μπάλα, έβαλε φρένα και για πρώτη φορά μετά την ημέρα που μάθαμε πως έφυγε ο πατέρας μας, τα μάτια του ήταν γελαστά.

Όλα τα Χριστούγεννα τα βγάλαμε δίπλα στον στολισμένο καλόγερο. Για κάποιον λόγο μάς παρηγορούσε. Τον αφήναμε όλο το βράδυ να φέγγει, σηκωνόμασταν μέσα στην νύχτα και τον κοιτούσαμε, στέλναμε τα νοερά μας χαιρετίσματα στον μπαμπά μας, κατευθείαν από το αστέρι στην κορυφή. Τα βράδια διαβάζαμε παραμύθια κι ιστορίες κοντά του κι όταν ήμασταν στην τηλεόραση με έβαζε ο αδερφός μου να τον μεταφέρω στο σαλόνι και να τον ανάψω. Κι έτσι πέρασαν οι πολύ δύσκολες και βαριές γιορτινές μέρες.

Την επόμενη χρονιά, παραμονή της γιορτής του, ο Νικόλας έρχεται σπινιαριστός στο κρεββάτι μου και μου λέει: «Δεν μου λες… δεν πας να κατεβάσεις πεντέξι μπάλες και τα φωτάκια να στολίσουμε τον καλόγερο;» Εγώ δεν ήξερα τι να απαντήσω. Ηθελα να ρωτήσω τη μαμά πως θα της φανεί.

– «Το δέντρο κατέβασε να στολίσουμε» ακούστηκε από μέσα η μαμά μου.

Εκείνη τη χρονιά μα και όλες τις επόμενες κόντρα σε όλα τα τυπικά του πένθους στολίσαμε και δέντρο και τον καλόγερο. Και κάπου από ψηλά, ο πατέρας μου χαμογελούσε. Ο Θάνατος είχε νικηθεί.

Λίγες σκέψεις ακόμα:

Παρατηρώ ότι έγραψα αυτό το κείμενο τυχαία, στις 3 Δεκεμβρίου. Εκτός από την ημέρα που κηδεύσαμε τον πατέρα μου είναι και η Παγκόσμια Ημέρα ΑΜΕΑ, αφιερωμένη στους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν μια αναπηρία, όπως ο αδερφός μου, όπως ο αδερφός σας.

«ΑΜΕΑ» σημαίνει «Άτομα Με Αναπηρία» σύμφωνα με τις πιο καινούργιες ορθοπολιτικές ερμηνείες και όχι Ατομα με Ειδικές Ανάγκες, όπως το λέγαμε παλιότερα. Τώρα το αναπηρικό καρότσι το λέμε τροχοκάθισμα.

Κι όμως το «Ατομα Με Ειδικές Ανάγκες» δεν είναι τόσο λάθος, ούτε τόσο προσβλητικό, αν σκεφτεί κανείς πως όλοι μας ανεξαιρέτως οι άνθρωποι έχουμε πολύ ειδικές ανάγκες σε διάφορους τομείς, άλλοτε ορατές με το μάτι, άλλοτε αόρατες, τις οποίες πασχίζουμε να καλύψουμε και να ικανοποιήσουμε για να διευκολύνουμε την καθημερινότητά μας. Για να ζήσουμε μια όμορφη, χαρούμενη και γεμάτη νόημα ζωή.

Όλοι ΑΜΕΑ είμαστε, κι όλοι έχουμε ανάγκη τη φροντίδα ο ένας του άλλου με τον τρόπο που εμείς τη χρειαζόμαστε. Ολοι θέλουμε να μην μας κάνουν τη ζωή μας πιο δύσκολη από ό,τι ήδη είναι.

Αν λοιπόν κοιτούσαμε πως θα διευκολύνουμε οποιονδήποτε συνάνθρωπό μας, σεβόμενοι αυτό που αντιμετωπίζει, είτε σε σωματικό, είτε σε ψυχικό, είτε σε πνευματικό, είτε σε κοινωνικό επίπεδο, είτε φαίνεται είτε όχι, δεν θα είχαμε καν ανάγκη από ειδικούς όρους. Το «άνθρωποι» θα αρκούσε για να περιγράψει την ανθρωπότητα. Και τότε και μόνον τότε θα μπορούσαμε να καμαρώνουμε για τον πολιτισμό μας.

Αννυ Λιγνού
03/12/2019

 

σημείωση:

*Μπρίζα: Το ξέρω πως το σωστό είναι «πρίζα» αλλά δεν μου πάει. Μπρίζα, μπιτζάμες, ντομάτες. Προτιμώ τη λάθος γραφή.

~Διαβάστηκε / κοινοποιήθηκε 232 φορές~
Share on facebook
Share on whatsapp
Share on email
Share on twitter
Share on pinterest

Επιτρέπεται η κοινοποίηση του άρθρου στα κοινωνικά δίκτυα μέσω των ενεργών συνδέσμων. Προκειμένου για αναδημοσίευση (αντιγραφή δηλαδή του κειμένου) παρακαλώ ζητήστε πρώτα την άδεια από τον/την συγγραφέα/συντάκτη, παραθέτοντας απαραίτητα όνομα, πηγή και ενεργό σύνδεσμο προς την σελίδα. Τροποποιήσεις στα κείμενα, δεν επιτρέπονται.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕ TO FACEBOOK ΠΡΟΦΙΛ ΣΑΣ