Share on facebook
Share on whatsapp
Share on email
Share on twitter
Share on pinterest
Γλάρος πάνω από παραλία το καλοκαίρι
foto: Pixabay

Αύγουστε, καλέ μου μήνα…

Τα καλοκαίρια, όταν ήμασταν μικροί πάντα παραθερίζαμε. Είτε οικογενειακώς σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, είτε ταξιδεύαμε όλοι μαζί με τον μπαμπά στο εξωτερικό και γνωρίζαμε απίθανους τόπους νομίζοντας πως κι εμείς είμαστε ναυτικοί και κοκορευόμασταν στους συμμαθητές μας για τα μαγικά πράγματα που είχαμε δει στο ταξίδι μας στη γη σαν άλλοι Οδυσσείς.

Όμως γι αυτά θα σας πως αργότερα. Τώρα θα μιλήσουμε για κάτι καλοκαίρια στο χωριό, με τον παππού και τη γιαγιά, χωρίς τους γονείς, στα Καρδάμυλα στη Χιό (ο τόνος στο ό).

Αυτά λοιπόν ήταν πραγματικό πανηγύρι. Ελευθερία, ξυπολησιά (αν και φώναζε η γιαγιά πως θα χαλάσω το τορνευτό ποδαράκι μου και θα γίνει σαν βάρκα και κανείς δε θα με θε’ να με πάρει μετά), μπάνιο από το πρωί ως το βράδυ μέχρι να γίνουμε μαυροτσούκαλα και ατέλειωτες περιπέτειες.

Όλα ήταν μια ιεροτελεστία: μόλις τέλειωνε το σχολείο κι είχα μια γλυκιά θλίψη που δεν θα ξανάβλεπα τους συμμαθητές μου μέχρι το Σεπτέμβρη, το βαλιτσάκι μου, το νεσεσέρ μου κι εγώ ήμασταν πακεταρισμένοι στο αυτοκίνητο και οδεύαμε προς το σπίτι του παππού και της γιαγιάς στον Πειραιά με τους οποίους θα πήγαινα να περάσω το καλοκαίρι στο νησί. Το προηγούμενο βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Και μόλις άκουγα τον παππού που σηκωνόταν ούτως ή άλλως στις 4 πεταγόμουν κι εγώ να κάνουμε τα καφεδάκια και το πρωινό. Μετά ερχόταν το ταξί, φορτώναμε όλα μας τα μπαγκάζια και γραμμή για το λιμάνι, πολύ πολύ πρωί.

Μετά την επιβίβαση, όλη η νύχτα με το «Θεόφιλος», στη δική μας καμπίνα στην οποία δεν πατούσαμε ποτέ, παρά μόνο η γιαγιά για να κοιμηθεί, ενώ εγώ με τον παππού τον Νικολή και το νεσεσέρ μου τη βγάζαμε στο ντεκ.

Tο νεσεσέρ που λέτε το λέγαμε “το μαγικό βαλιτσάκι του Σπορτ Μπίλυ” διότι περιείχε ό,τι χρειάζεται μια δεσποινίς έξι ετών: καθρεφτάκι, βούτυρο κακάο, τσίχλες, κοκκαλάκια και βουρτσάκι για τα μαλλιά, στυλό και μπλοκάκι, τρία μεταξωτά μαντήλια με το μονόγραμμά μου, ένα …κατσαβίδι που μου είχε χαρίσει ο μπαμπάς μου διότι είμαι και κόρη μηχανικού, για να βιδώνω τα πάντα κι έναν ελβετικό σουγιά για τα μωρόσυκα (αλλού τα λέτε φραγκόσυκα). Αμέ.

ΣΤΟ ΣΑΛΟΝΙ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΟΣ

Μόλις σιγουρευόμασταν ότι κοιμήθηκε η γιαγιά, η οποία αποχωρούσε νωρίς γιατί δεν άντεχε το συνωστισμό στα σαλόνια, εγώ, ο παππούς και το νεσεσέρ φεύγαμε σφαίρα για να καταπατήσουμε όλες τις εντολές της.

Η βασικότερη ήταν «να μην είμαστε πολύ κοντά στα κάγκελα για να μην πέσει το παιδί στη θάλασσα», αλλά εμείς οι δυο θαλασσόλυκοι δεν φοβόμασταν τίποτα. Ανεβασμένη στο πρώτο καγκελάκι, μέσα στη σφιχτή αγκαλιά του παππού, αποχαιρετούσα με το μαντήλι μου (να σε τι χρειαζόταν) το κατάφωτο και μαγικό λιμάνι του Πειραιά φωνάζοντας «γειαα σαααας» στους λιμενεργάτες που έλυναν τους κάβους και μας αντιχαιρετούσαν κι αυτοί.

Μόλις το λιμάνι είχε χαθεί από τον ορίζοντα, τρέχαμε με τον παππού να καταπατήσουμε την δεύτερη ρητή εντολή: «Να μην φάμε τίποτα από το καράβι και μας πιάσει η κοιλιά μας και μας πάει σουρδίγκος», παρά μόνο τα αγνά μπιφτεκάκια από το ταπεράκι της γιαγιάς!

Πηγαίναμε λοιπόν οι δυο μας στην τραπεζαρία, διαλέγαμε τραπέζι, καθόμασταν απέναντι – απέναντι σαν ραντεβού και παραγγέλναμε στον σερβιτόρο με σοβαρότητα που άρμοζε στην περίσταση: «Δύο μερίδες μακαρόνια με κιμά και μπόλικο τυρί, μία χωριάτικη, μία πορτοκαλάδα μπλε, χωρίς ανθρακικό και ένα ουζάκι παρακαλώ!»

Έχετε φάει ποτέ καραβίσια μακαρόνια; Είναι τα πιο νόστιμα που υπάρχουν. Καμμία νοικοκυρά δεν μπορεί να τα φτιάξει έτσι και κανένας σεφ εστιατορίου. Ο μπαμπάς μου έλεγε ότι αυτό οφείλεται στα μεγάλα καζάνια που βράζουν και παίρνουν μια ειδική γεύση και μαζί με το τριμμένο αλμυρό τυράκι από πάνω να συμπληρώνει την γκουρμέ μας απόλαυση, δεν παιζόντουσαν σου λέω.

Μόλις τελειώναμε το γεύμα, πηγαίναμε κατευχαριστημένοι στο σαλόνι. Πιάναμε δυο σκαμπώ στο μπαρ δίπλα – δίπλα κι απολαμβάναμε τον τύπο στο πιάνο (ναι, είχε έναν κύριο που έπαιζε πιάνο) ο οποίος εκνεύριζε όλους τους άλλους που ήθελαν να κοιμηθούν στους καναπέδες, αλλά όχι εμάς.

Εμείς κουνιόμασταν δεξιά αριστερά στο ρυθμό και τραγουδούσαμε όλο λυρισμό γέρνοντας ο ένας πάνω στον άλλον όλες τις οπερέτες που μας έπαιζε χαρούμενος για το ενθουσιώδες κοινό του, δηλαδή εμάς τους δύο:

«Λάουρααα δροσοσταλίδα της αυγής άμυαλο του ουρανού αστέρι» και «Αν ίσως και πεθάνω εγώ στα ξέεεενααα, περιστεράκι θα σου το πει εσένααα. Μην κλαις γλυκειά Μαριώωωω…».

Ο παππούς δεν κώλωνε να με σηκώσει να χορέψουμε και ταγκό οι δυο μας στη μικρούλα πίστα, κάτι που παίρναμε πολύ στα σοβαρά να ξέρετε.

Κατά τις 11.00 όμως (ώρα ανεπίτρεπτη) είχα αρχίσει να γλαρώνω και οι επιβάτες που ήταν απλωμένοι στους καναπέδες μουρμούριζαν «σσσ» και «σσσ» οπότε πηγαίναμε κι εμείς στην καμπίνα να κοιμηθούμε, αφού χαιρετούσαμε τον πιανίστα μας.

Η γιαγιά, που είχε και ο κώλος της μάτια (παροιμία είναι καλέ, δεν βρίζω) άνοιγε το ένα μάτι κάτω από το πετσετάκι της κι έλεγε: «Ηρθατε Νικολή; Δεν πιστεύω να φάγατε τίποτα από το καράβι και να έχουμε άλλα…» «Μπα, όχι… δε φάγαμε τίποτα, κοιμήσου…» και ξαπλώναμε με αθώο ύφος στις κουκέτες μας για να δυο τρεις ώρες.

ΦΤΑΝΟΥΜΕ ΣΤΗ ΧΙΟ!

Με το πρώτο πρωινό σφύριγμα στις 5, πριν χτυπήσει ο καμαρώτος την πόρτα, πεταγόμασταν όρθιοι. Πλύσιμο, δόντια, ντύσιμο, χτένισμα, κολόνια Μυρτώ κι έτοιμοι! Οι βαλίτσες στη γωνία στη ρεσεψιόν κι εμείς στο κατάστρωμα για να δούμε το ξημέρωμα στο λιμάνι την Χίου.

Ήταν κάτι μαγικό. Ο ουρανός ρόδιζε κι έπαιρνε όλα τα χρώματα γαλάζιος, μωβ, πορτοκαλής, χρυσοκίτρινος, το λιμάνι μάς πλησίαζε, η πόλη ξυπνούσε και η μέρα ήταν όλη δικιά μας. Τι χαρά!

Μόλις αποβιβαζόμασταν τρέχαμε παραδοσιακά κατευθείαν στου Αυγουστάκη για ολόφρεσκους, μαστιχάτους λουκουμάδες με μέλι και κανέλα κι ένα τεράστιο ποτήρι γάλα για πρωινό. Το γάλα δεν μου άρεσε καθόλου αλλά η γιαγιά επέμενε ότι μου κάνει καλό. Δεν γίνεται να πας στο λιμάνι της Χίου και να μην φας λουκουμάδες στην Απλωταριά.

Ύστερα ψωνίζαμε γλυκά μασουράκια και μπανανάκια με επικάλυψη σοκολάτας σε διάφορα κουτιά για δώρα και μια παστελαριά με φυστίκια τεραστίων διαστάσεων να τη μασουλίζω κριτς κριτς ώσπου να φτάσουμε στη Χώρα, όπου ακριβώς στην καστρόπορτα ήταν ο θείος Γιάννης ο Χασές να μας περιμένει.

Το «Χασές» ήταν ψευδώνυμο και σήμαινε «πεντακάθαρος», υπερβολικά άσπρος σαν το ύφασμα, τον χασέ. Το σπίτι πράγματι άστραφτε και μύριζε μαστίχα. Ο θείος Γιάννης, είχε ήδη κόψει χοντρόφλουδα λεμόνια από τις λεμονιές του κι είχε αρχίσει να τα βράζει στο τσουκάλι για να κάνουμε λεμονάκι γλυκό με ροζ ζάχαρη, να το πάρουμε μαζί μας.

Θα πρέπει να ξέρετε ότι οι Χιώτες κάνουν γλυκό του κουταλιού από οτιδήποτε. Λεμόνια, πορτοκάλια, βύσσινα, κερασάκια, νεράντζια, ντοματάκια, μελιτζανάκια, φιστίκια, συκαλάκια, αλλά και σχεδόν όλα τα λουλούδια, όπως τριαντάφυλλο και γιασεμί. Απίστευτο κι όμως αληθινό. Όπου βρείτε χιώτικα γλυκά του κουταλιού, δοκιμάστε τα πιο περίεργα. Θα με θυμηθείτε.

Μετά το φαΐ με στέλνανε πάντα να εξερευνήσω τον κήπο και να δω αν έχουν μέλι τα γιασεμιά, μάλλον για να συζητήσουν οι μεγάλοι. Εγώ λοιπόν έκοβα τα άνθη του γιασεμιού έτσι όπως μου είχε δείξει ο θείος Γιάννης και ρούφαγα τη σταγονίτσα με το νέκταρ που είχαν μέσα. Καλού κακού τσεκάριζα να μην έχει καμιά νεραϊδούλα και την τραυματίσω κατά λάθος.Σε κάνα μισάωρο του είχα φάει όλο το γιασεμί αλλά ευτυχώς, κανείς δε με μάλωνε. Τότε άρχιζα να ψάχνω για τζιτζίκια και γρύλους πάνω στους κορμούς των δέντρων. Πάντα είχε.

Η ώρα του αποχωρισμού με τον θείο ήταν σπαραξικάρδια, αφού ο παππούς και ο θείος αγκαλιαζόντουσαν σφιχτά κι έλεγαν δακρυσμένοι «στο επανιδείν, αν ο θεός το επιτρέψει», «και του χρόνου με υγεία, άμα ζούμε» και διάφορα άλλα τέτοια τρομαχτικά και γκραν γκινιόλ. Κι ύστερα, ερχόταν το ταξί που είχαμε καλέσει όπου τελευταία στιγμή, ο θείος Γιάννης μου έχωνε στην τσέπη ένα κατάλευκο μαντήλι γεμάτο με καθαρισμένα άσπρα αμυγδαλάκια για το δρόμο!

ΑΝΕΜΕΛΙΑ ΚΑΙ ΡΕΜΠΕΛΙΟ

Στα Καρδάμυλα η ζωή ήταν ανέμελη. Το πρωί κάναμε δουλειές στο περιβόλι. Δηλαδή ο παππούς έκανε κι εγώ ανακάτευα τα χώματα με ένα μικρό τσουγκρανάκι. Βάζαμε τις ψάθινες καπελαδούρες μας και μαζεύαμε σε ένα καλαθάκι τα κηπευτικά για την μεσημεριανή σαλάτα που μοσχομύριζαν. Ντομάτες αληθινές, που τις έκοβες και το άρωμα το καταλάβαινες από τη γωνία. Ξυλάγγουρα ολόδροσα. Εκεί δούλευε πολύ το σουγιαδάκι μου. Και μετά, η γιαγιά συμπλήρωνε τη σαλάτα με λάδι και πεντανόστιμα κρίταμα κι ελιές. Τι ομορφιά ήταν αυτή;

Κατά τις 9, αφήναμε τη γιαγιά να ξεκινήσει το μαγείρεμα και πηγαίναμε για μια βουτιά με τον παππού, να μη μας κάψει ο ήλιος. Για αντηλιακό ούτε λόγος βέβαια. Ήταν κι άλλοι από την παρέα στο γιαλό. Σε καμμιά ώρα, να σου κι η γιαγιά με το καπέλο της και την τεράστια ψάθινη τσάντα με τα «μασουλιστικά» έτσι τα λέγαμε, γιατί μασουλάγαμε όλη την ώρα.

Αυτή η μαγική τσάντα είχε μέσα φρούτα, αγγουράκια δροσερά, ελιές, λεμόνι, μια αλατιέρα, βρασμένα αυγουλάκια, κεφτέδες και φρέσκο ψωμί, τα οποία μας φαινόντουσαν πεντανόστιμα. Τρώγαμε και κερνάγαμε τους δίπλα κι αυτοί το ίδιο πάλι. Να σημειώσουμε εδώ ότι οι κεφτέδες δεν πιάνονταν για φαγητό, αλλά για μεζεδάκι. Τα φαΐ ήταν άλλο, στο σπίτι.

Ήταν ό,τι που είχα παππουδιάσει, δηλαδή ζαρώσει τα χέρια μου από το νερό κι έπρεπε να βγω και λίγο έξω να συνέλθω. Αλλά που να βγω; Είχα πολύ σημαντικές υποθέσεις: Να συμμετάσχω σε αγώνες για το μεγαλύτερο μακροβούτι, δηλαδή κάτω από πόσες αραγμένες βάρκες μπορείς να περάσεις στη σειρά, να βουτήξω στο γιαλό για αχινιούς, που είναι εντελώς διαφορετικοί από τους καλογέρους που έχουν μακριά αγκάθια κι είναι μαύροι και δεν τρώγονται. Μόνο οι ειδικοί ξέρουν να τους ξεχωρίζουν κι εγώ ήμουν ειδικός. Εβγαζα πάντα ένα σωρό. Ας ήταν καλά το ελβετικό μου σουγιαδάκι. Όταν είχαμε αρκετούς για να τους φάμε με λεμόνι, ερχόταν κι ο παππούς από τα βράχια με το καπέλο γεμάτο πατελίδες. Αχ, τι ωραία ζωή!

Η ώρα είχε πάει δώδεκα, δωδεκάμισι. Τα μαζεύαμε και γυρίζαμε σπίτι, να ξεπλυθούμε στην αυλή με το λάστιχο, να βάλουμε τα μπανιερά να στεγνώσουν και να ξαπλάρουμε μια σταλιά στο πεζούλι με τα μαξιλαράκια κάτω από την κληματαριά. 

Εκεί πίναμε ένα δροσιστικό αφέψημα με λεμόνι, ζάχαρη και μέντα μέχρι να σερβιριστεί το μεσημεριανό. Γιατί όταν οι Ελληνες έφτιαχναν Μοχίτο οι Κουβανοί δεν το είχαν ανακαλύψει ακόμα! Αυτό, βοηθούσε όλους να χαλαρώσουν, άνοιγε την όρεξη (μα που το βάζαμε τόσο φαΐ κι ήμασταν όλοι σαν τσιλιβήθρες;) και προετοίμαζε για τη σιέστα κάτω από τις κουνουπιέρες, διότι, «όσα γρόσα κι αν χρωστείς, σα θα φας, θα κοιμηθείς» έλεγε ο παππούς.

Νύσταζες δε νύσταζες έπρεπε να ξαπλώσεις, ή έστω να κάνεις πως κοιμάσαι, γιατί αλλιώς θα είχες ντράβαλα με τη Μεσημερού. Αυτή η απαίσια γριά, ερχόταν τα μεσημέρια και έπαιρνε τα παιδιά που δεν κοιμόντουσαν. Την ακούγαμε απέξω να κροταλίζει τα παντζούρια με τη μαγκούρα της και βλέπαμε τη σκιά της… Μπρρρ…

Το απόγευμα είχαμε πάλι επιλογές. Είτε μπάνιο ξανά (που ήταν πολύ ωραιότερο από το πρωινό), είτε εξερεύνηση για να μαζέψουμε σύκα, χαρούπια και μωρόσυκα (φραγκόσυκα τα λένε αλλού) από τα περιβόλια στον Νεραύλακα πριν ξαμοληθούμε για παιχνίδι. Τα σύκα έπρεπε να είναι πάντα κλεμμένα, αλλιώς δεν έχουν νοστιμιά, έλεγαν και ο μπαμπάς μου και ο παππούς κι αυτό ήταν νόμος. Βέβαια, αντίστοιχα έκλεβαν κι από τη δική μας συκιά οι άλλοι και πάντα τους κερνάγαμε και μαστίχα με δροσερό νερό άμα τους τσακώναμε.

Ο παππουλίκος μου, μαζί με τα χιλιάδες παραμύθια με τα ξωτικά των νερών και τις Γεραγίδες (νεράϊδες) που είμαι βέβαιη πως τις έβλεπα να λαμπυρίζουν και να πεταρίζουν στα νερά ανάμεσα στα φύλλα, μού έδειχνε τις χαρουπιές κι έλεγε ξανά και ξανά δακρυσμένος, ότι «τα χαρούπια ήταν η σοκολάτα του πολέμου που έδινε χαρά σε όλα τα παιδάκια». Εγώ πάλι δεν έβρισκα τίποτα σοκολατένιο σε αυτά τα ξυλοκέρατα που μου έδινε να δοκιμάσω αλλά δεν ήθελα να τον κακοκαρδίσω και κουνούσα το κεφάλι με κατανόηση και συμπόνια.

Τα βράδια ήταν υπέροχα. Ξαστεριά, δροσιά και κρυφτό, κυνηγητό, κλέφτες κι αστυνόμοι αμπάριζα, στρατιωτάκια ακούνητα,αμίλητα κι αγέλαστα, ή πόλεμο με αληθινά ξύλα και πέτρες, όχι αστεία (!) στο δρόμο και τα γύρω σοκάκια, κάτω από τις λάμπες μέχρι να αποκάμουμε και να αρχίσουν οι πρώτοι γονείς και παππούδες να φωνάζουν:

– «Εεεε! Εν εχορτάσατε πια; Εμπάτε να γιατακώσετε λιγάι. Αυριο πάλι!»

Ο ΑΗ ΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΥΠΙ ΤΟΥ

Στις 20 Ιουλίου, του Προφήτη Ηλία, κάναμε πικ νικ και διανυκτερεύαμε στο βουνό, πάνω στο μικρό εκκλησάκι όπου είχαμε ανέβει με τα πόδια όλο το χωριό για να τιμήσουμε τον Άγιο και να εκπληρώσουμε ο καθένας το ετήσιο τάμα του. Ήταν απίθανα.

Σε όλη τη διαδρομή, η γιαγιά με μπούκωνε με πεντανόστιμα μίνι μπιφτεκάκια και πατατούλες ψημένα στα δαφνόφυλλα, τσιμπουρδάκια τα λένε, και μου έλεγε ξανά και ξανά την ιστορία του Αγίου:

Ο Άγιος Ηλίας λοιπόν ήταν, λέει, ναυτικός. Τότε δεν ήταν άγιος, ήταν απλά Ηλίας. Αλλά τόσο πολύ απηύδησε με τους τρομερούς κινδύνους της ζωής των ναυτικών που ήθελε να πάει σε ένα μέρος που να μην ξέρει κανείς πως είναι να είσαι στη θάλασσα. Πήρε λοιπόν ένα κουπί στον ώμο κι ανέβαινε, ανέβαινε προς το βουνό κι όπου έβλεπε άνθρωπο ρωτούσε: «Τι είναι αυτό;» Όσο του απαντούσαν «κουπί» τόσο συνέχιζε να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά, ώσπου, φτάνοντας στην κορυφή του βουνού συνάντησε κι έναν βοσκό. «Που πας αδερφέ με το μαδέρι στον ώμο;» τον ρώτησε. Ο Αη Λιας χάρηκε και εκεί έχτισε το σπίτι του. Από τότε, όλα τα εκκλησάκια που είναι αφιερωμένα στον προφήτη Ηλία είναι πάντα ψηλά σε βουνό.

Ο προφήτης Ηλίας, να ξέρετε, είναι ο αντίστοιχος Ποσειδώνας. Είναι ο έφορος της βροχής, των βροντών και των κεραυνών! Αν μας έπιανε καμμιά ξαφνική καλοκαιριάτικη μπόρα, όλοι έλεγαν πως ο Αη-Λιας βροντάει το κουπί του.

ΝΥΧΤΑ ΓΕΜΑΤΗ ΘΑΜΑΤΑ, ΝΥΧΤΑ ΣΠΑΡΜΕΝΗ ΜΑΓΙΑ…

Ο παππούς, σαν παλιός ναυτικός κι αυτός, μου έδειχνε τους αστερισμούς που φαίνονται με γυμνό μάτι στον ξάστερο ουρανό και πως να προσανατολίζομαι τη νύχτα και να μη χάνομαι. Ακόμα μπορώ. Τη μέρα μπορεί να χαθώ, την νύχτα ποτέ.

Λοιπόν, αρχικά ψάχναμε τον Αποσπερίτη, που είναι το πιο λαμπερό αστέρι και φέγγει από το απόγευμα και σβήνει (παύουμε να το βλέπουμε) όταν λάμψει ο ήλιος. Ο παππούς έλεγε πως αυτό το αστέρι είναι η Αφροδίτη και το πρωί τη λέμε και Αυγερινό, επειδή φαίνεται να σβήνει τελευταίο.

Μετά αναζητούσαμε τα τηγάνια. Η Μικρή κι η Μεγάλη Άρκτος, με σχήματα σαν μικρά κατσαρολάκια με ανάποδα χερούλια και εφτά βασικά αστέρια. Τέσσερα στη βάση και τρία στην ουρά. «Μα δεν μοιάζουν με αρκούδες» διαμαρτυρόμουν εγώ. «Ναι, αλλά έχει κι άλλα που φαίνονται μόνο με το κιάλι, κι άμα τα ενώσεις κάνει τη μαμά αρκούδα με το αρκουδάκι της» έλεγε ο παππούς. Στην άκρη άκρη της Μικρής Άρκτου έφεγγε ο αστραφτερός Πολικός Αστέρας που δείχνει πάντα τον Βορρά.

Υατερα ήταν η Κασσιόπη σαν ένα W, όπως λέμε Whisky, έλεγε ο παππούς και το πρόφερε «βίσκυ», εύκολη κι αυτή κι ύστερα ο Κύκνος σαν σταυρός κι ο Ωρίωνας που φαίνονταν μόνο το καλοκαίρι στην Ελλάδα.

Γιατί δεν φαίνονται όλα τα αστέρια από παντού, να ξέρετε! Οι άνθρωποι στην άλλη άκρη της γης βλέπουν άλλα! Όπως για παράδειγμα ο Σταυρός του Νότου, με το Άλφα και το Βήτα του Κενταύρου, που οι αρχαίοι Έλληνες τον έβλεπαν, αλλά τώρα δεν φαίνεται πια γιατί μετατοπίστηκε και είναι κάτω από τον ορίζοντά μας!

Τέλος οι μαγικές Πλειάδες, που είναι τα λαμπερά κοκκαλάκια από τα μαλλιά της Πούλιας, της αδερφής του Αυγερινού. Αχχχ, τι μαγικά και μυστήρια πράγματα συμβαίνουν τη νύχτα! Βάλε και το μεθυστικό αγιόκλημα και τα δροσερά γιασεμιά που μας έφερνε το αεράκι, βάλε και το ασημένιο φεγγάρι, θέλεις πολύ να μαγευτείς;

Όλο το βράδυ λοιπόν, συζητούσαμε για τον Άγιο, μετρούσαμε τα αστέρια, κάποιοι προσεύχονταν με κατάνυξη, αλλά οι περισσότεροι τρωγόπιναν τα μεζεδάκια που είχαν φέρει και στο τέλος η λειτουργία κατέληγε και πάλι σε γλέντι και χορό.

Το ξημέρωμα ήταν σκέτο μεγαλείο. Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου, (να παππού ο Αυγερινός ακόμα φαίνεται!) καφές στο μπρικάκι -η γιαγιά είχε φέρει γκαζάκι, μπρίκι, νερό, καφέ, ζάχαρη και μίνι ποτηράκια- και κουλουράκια για βούτημα. Καθαρίζαμε τα πάντα, σβήναμε τα κεριά για να μην πάρει φωτιά το ξωκλήσι και κατηφορίζαμε για να πάμε πια να γιατακώσουμε αποκαμωμένοι στα κρεββάτια μας!

ΤΑ ΔΡΙΜΑΤΑ

Τον Αύγουστο άρχιζαν τα πανηγύρια αλλά και τα θαύματα. Εκτός από τις μαγικές ιστορίες για τις νεράιδες των νερών και των δασών που αν δε σε έπαιρναν με καλό μάτι σου έπαιρναν τη φωνή και τα μυαλά κι είχες πολλά ντράβαλα, είχαμε και τα Δρίματα!

Τις 6 πρώτες μέρες του Αυγούστου η γιαγιά δεν μας άφηνε να λουστούμε, δεν έβαζε μπουγάδα και δεν έπλενε την αυλή με το λάστιχο, γιατί θα έρχονταν τα Δρίματα. Τα Δρίματα ήταν απροσδιορίστου ταυτότητος πλάσματα, κάτι μεταξύ σκουληκιών και καλικαντζάρων όπου αν παραβαίναμε κάποιες ακατανόητες εντολές έρχονταν και μας κάνανε τρυπίτσες στα ρούχα.

Μια φορά είχα δει κάτι τέτοιες τρυπίτσες σε κάποια μπλουζάκια μου και φοβάμαι ότι ήταν τιμωρία των δριμάτων, επειδή παίζαμε μπουγέλο με τα παιδιά στο δρόμο. Δεν το ξανάκανα. Υποπτεύομαι ότι τα Δρίματα βοηθούσαν στην υπακοή των παιδιών. Αλλά οι μεγάλοι γιατί δεν έκαναν μπάνιο; Η έκαναν κρυφά; Δεν ξέρω…

ΤΑ ΜΕΡΟΜΗΝΙΑ

Οι δώδεκα πρώτες μέρες του Αυγούστου είχαν συγκλονιστική σημασία για όλους. Πρώτον ξεκίναγε η νηστεία για να κοινωνήσουνε και δεύτερον άρχιζαν οι επιστημονικές παρατηρήσεις για τα Μερομήνια!

Όλα τα παιδιά λοιπόν, κυκλοφορούσαμε με ένα μπλοκάκι στο χέρι -να τη και η χρησιμότητα του μπλοκακίου-, κοιτούσαμε τον ουρανό, τον αέρα, τα φύλλα, τα πουλιά, τις φωλιές των μυρμηγκιών και κάναμε τους μετεωρολόγους: Ξεκινώντας από τα ξημερώματα, παρατηρούσαμε τον καιρό και τον καταγράφαμε αναλυτικά με βαρυσήμαντες ορολογίες όπως «νεφελώδης», «άστατος», «αίθριος» «τοπικές βροχές και καταιγίδες».

Ο λόγος; Κάθε μέρα του μήνα λέγανε οι παλιοί είναι μια μικρογραφία για το πώς θα είναι ο καιρός τους 12 επόμενους μήνες του χρόνου. Ο ουρανός είναι κόκκινος. Θα έχει αέρα το Γενάρη. Τα μυρμήγκια είναι έξω το χώμα από τις φωλιές τους. Θα κάνει ζέστη τον Απρίλη. Τα πουλιά χαμηλοπετάνε. Θα βρέξει πολύ το Σεπτέμβρη… Κάποιοι το τηρούσαν τόσο πιστά που έγραφαν ολόκληρους Καζαμίες για το θέμα αυτό.

Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΚΑΙ Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ

Στο χωριό νήστευαν όλοι. Νέοι, γέροι και παιδιά, με θρησκευτική ευλάβεια. Γεγονός βέβαια είναι ότι δεν πεινούσε κανένας! Υπήρχαν τόσα φρούτα και λαχανικά, ψωμί, ταραμοσαλάτα άσπρη (η καλή), ελιές, όστρακα και μαλάκια, και για γλυκό πιτταράκια με μέλι και μαστίχα υποβρύχιο -που πιο νόστιμο δεν υπάρχει και όποιος δεν έχει δοκιμάσει χάνει- βάλε και τη ζέστη, που δεν σκεφτόμασταν καθόλου το κρέας.

Κάθε απόγευμα πηγαίναμε απαραιτήτως στην εκκλησία να ακούσουμε τον Ακάθιστο Ύμνο. Εγώ πάντα θύμωνα με όσους καθόντουσαν στα μεσοδιαστήματα γιατί δεν σέβονταν τον «Ακάθιστο». *Αρκετοί που διάβασαν την ιστορία, μου είπαν ότι δεν είναι το καλοκαίρι ο Ακάθιστος αλλά κάνουν λάθος. Ακάθιστος είναι κάθε ύμνος που τον ψάλλεις όρθιος και αυτό κάναμε κι εμείς.

Μάλιστα, έψελνα μαζί με τους ψαλτάδες με ψιλή καλλιτεχνική φωνή και όλη τη δύναμη της ψυχής μου το «Απόστολοι εκ περάααατων, ωωωω, συναθροισθέντες ενθάδε, Γεσθημανή τω χωρίω κηδεύσατέ μου το σώμα» το οποίο είχα κάτσει και είχα διαβάσει αναλυτικά από το αναλόγιο για να το λέω σωστά κι όχι αλλά αντ’ άλλων και το «Από των πολλών μου αμαρτιών, ασθενεί το σώμα, ασθενεί μου και η ψυχήηη» και όλο το εκκλησίασμα χαμογελούσε. Τι αμαρτίες μπορεί να έχει ένα παιδάκι; Κι όμως ιδού!

Έλεγα ψέμματα ότι κοιμάμαι το μεσημέρι, ενώ απλά έκλεινα τα μάτια μου και σκεφτόμουν, γιατί φοβόμουν τη Μεσημερού που περνάει από τις γειτονιές και παίρνει τα παιδάκια που δεν κοιμούνται.

Τσαλαβουτούσα στα νερά ενώ ήξερα πως θα έρθουν τα Δρίματα.

Έκλεβα γλυκό κερασάκι ή τριαντάφυλλο από το βάζο πριν το φαγητό, δεν μπορούσα να αντισταθώ.

Επίσης, υπερέβαινα με την παρέα μου τα «σύνορα», τα όρια δηλαδή που μου είχε βάλει η γιαγιά στο χωριό για να μη χαθώ και πήγαινα πιο μακριά από ό,τι μου επιτρεπόταν.

Κατά περίεργο τρόπο, συναντούσα πάντα τον παππού ξαφνικά, ο οποίος ξεπρόβαλε από το πουθενά σαν Φάντης Μπαστούνι, που όμως ποτέ δεν με μάλωνε, ούτε έκανε ότι κατάλαβε πως απομακρύνθηκα, αλλά μου έλεγε ότι περνούσε από εκεί για βόλτα και πόσο χάρηκε που με βρήκε τυχαία! Τι καλός παππουλίκος! Κατά τα άλλα, η συνείδησή μου ήταν απολύτως εντάξει.

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ

Τέλος, αποκορύφωμα της χαράς ήταν το πανηγύρι της Παναγιάς, όπου συμμετείχαν όλοι, τρώγανε, πίνανε και χοροπηδάγανε στους ρυθμούς του βιολιού, του ακκορντεόν, του κλαρίνου και του τουμπελεκιού με τους τραγουδιστές να τσιρίζουν και τη μικροφωνική να αντιλαλεί στο τέρμα και να κάνει echo, σαν μέγα τεχνολογικό επίτευγμα. Εκείνος ο συρτός ο Πολίτικος, πρέπει να ακουγόταν και είκοσι φορές το ίδιο βράδυ κι όλοι τον χόρευαν ξανα και ξανά με τον ίδιο ενθουσιασμό!

Ο παππούς, μού αγόραζε ροζ μαλλί της γριάς, και μου έλεγε να το φάω γρήγορα για να με σηκώσει να χορέψουμε συρτό οι δυο μας «μα γιάντα την τραγιάσκα σου τη βάζεις μες στα μάτια σου» επειδή φοράγαμε κι οι δυο μας ψαράδικα τραγιασκάκια και «γιάντα να μη θέλεις γιάντα την αγάπη μου για πάντα» που ταιριάζαμε στα βήματα και κάναμε και ένα σωρό ωραία τσαλίμια.

Κι η ζωή κυλούσε όμορφα, γλυκιά σαν μέλι ως τις αρχές του Σεπτέμβρη που έπρεπε να πάρουμε με βαριά καρδιά το δρόμο του γυρισμού, γιατί θα άρχιζαν τα σχολεία και κάθε κατεργάρης έπρεπε να πάει στον πάγκο του!

Τώρα πια οι παππούδες μου έχουν όλοι φύγει από τη ζωή. Κι είχα πολλούς και καλούς. Χορευταράδες και μερακλήδες όλοι. Δυο παππούδες, δυο γιαγιάδες και δυο απίστευτες νόνες (προγιαγιάδες) των οποίων την ιστορία θα σας πω άλλη μέρα, για να χουμε να λέμε. Μου άφησαν πολλές γλυκές αναμνήσεις και πολλές ιστορίες να διηγούμαι στα πιτσικολάκια μου. Καλή τους ώρα εκεί που βρίσκονται…

Αννυ Λιγνού © 2011 για το παλιό μου site e-fungus.gr

~Διαβάστηκε / κοινοποιήθηκε 226 φορές~
Share on facebook
Share on whatsapp
Share on email
Share on twitter
Share on pinterest

Επιτρέπεται η κοινοποίηση του άρθρου στα κοινωνικά δίκτυα μέσω των ενεργών συνδέσμων. Προκειμένου για αναδημοσίευση (αντιγραφή δηλαδή του κειμένου) παρακαλώ ζητήστε πρώτα την άδεια από τον/την συγγραφέα/συντάκτη, παραθέτοντας απαραίτητα όνομα, πηγή και ενεργό σύνδεσμο προς την σελίδα. Τροποποιήσεις στα κείμενα, δεν επιτρέπονται.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕ TO FACEBOOK ΠΡΟΦΙΛ ΣΑΣ
Στιγμιότυπο από το σπίτι του Κολοκοτρώνη και το άγαλμα με το γκράφιτυ

Βοήθα Γέρο!

Αυτό το υπνομυθιστόρημα, Θέλει το χρόνο του. Διαβάζεται λίγο πριν τον ύπνο. Ο αναγνώστης θα αποφασίσει κατά πόσο αποτελεί προϊόν ζωηρής φαντασίας ή ζοφερής πραγματικότητας…

Διαβάστε περισσότερα »