Share on facebook
Share on whatsapp
Share on email
Share on twitter
Share on pinterest
Τράπουλα
foto: Pixabay

Τα Φασόλια Της Οργής

Μια προσωπική χριστουγεννιάτικη, αληθινή ιστορία:

Για όσους δεν έχουν παρακολουθήσει προηγούμενες ιστορίες μου, ο μπαμπάς μου ήταν αρχιμηχανικός του εμπορικού ναυτικού και οι γιορτές που τον είχαμε σπίτι ήταν σπάνιες και πανηγυρικές.

Κάποια τέτοια λοιπόν Χριστούγεννα, μια μέρα των σχολικών διακοπών, πήγα στο σπίτι μιας φίλης μου που θα μαζευόμασταν όλοι να παίξουμε και να δούμε καμμιά ταινία. Θα ήμουν 14-15 χρόνων.

Λόγω των εορτών, κάποιος έριξε την ιδέα να παίξουμε χαρτιά. Όλοι συμφώνησαν. Αρχικά θέλανε να παίξουμε 21 αλλά εγώ αντιστάθηκα σθεναρά:

«Οχι, το Black Jack είναι τζόγος! Ας παίξουμε 31 που είναι χριστουγεννιάτικο!»

Για να έχει κι ενδιαφέρον, βάλαμε και τα χαρτζιλίκια μας. Ήταν μπόλικα γιατί ήταν γιορτές και όλες οι γιαγιάδες, οι παππούδες κι οι νονοί μας, μάς είχαν φορτώσει με φράγκα.

Κατά σατανική -και καθόλου χριστιανική- σύμπτωση είχα πολύ μεγάλη ρέντα και τα μάζεψα όλα. Γύρισα σπίτι ολόχαρη, καμαρώνοντας σαν γύφτικο σκεπάρνι με ένα μάτσο πεντακοσάρικα, χιλιάρικα και πεντοχίλιαρα, για να τους ανακοινώσω τη μεγάλη μου τύχη! Όλη η χρονιά θα μου πήγαινε τέλεια! Γούρι γούρι!

Τα ανεμίζω σαν βεντάλια μπροστά στη μαμά μου, χαμογελάει κάπως περίεργα και μου λέει «για πες το και στον πατέρα σου».

Φτάνω χοροπηδώντας στο σαλόνι και την καταιγίδα που ήρθε από το πουθενά, ούτε στον εχθρό μου! Ο πάντα ήρεμος -σαν βουδιστής μοναχός- πατέρας μου, με κοίταζε άγρια με γουρλωμένα μάτια γεμάτα περιφρόνηση!

«Κέρδισες τα χαρτζιλίκια των συμμαθητών σου στα χαρτιά και καμαρώνεις; ΝΤΡΟΠΗ ΣΟΥ!»

«Οχι βρε μπαμπά τι χαρτιά μου τσαμπουνάς; Τριανταμία για το καλό παίζαμε και κέρδισα» συνέχιζα να ανεμίζω το μάτσο γύρω γύρω, για να δείξω το μέγεθος της επιτυχίας μου.

«Μάλιστα… Και γιατί δεν παίζατε με φασόλια;»

«Ε, με φασόλια δεν έχει πλάκα.»

«Α, με φασόλια δεν έχει πλάκα… Δεν το περίμενα ποτέ αυτό από σένα!!!»

«Ποιο; Να παίξω Τριανταμία;!!»

«Όχι, να χαίρεσαι που βούτηξες τα λεφτά των συμμαθητών σου!»

«Δε… χαίρομαι…» ψέλλισα, ενώ φυσικά καταχαιρόμουν -ήταν πολλά τα λεφτά Αρη- ένοιωθα τουλάχιστον σαν τον Νικ Δη Γκρικ. «Κι άκου να σου πω, ΔΕΝ ΤΑ ΒΟΥΤΗΞΑ, ΤΑ ΚΕΡΔΙΣΑ».

«Ναι, καλά. Πάρτα από δω να μην τα βλέπω» είπε και μου έκανε το χέρι πέρα.

Δεν καταλάβαινα. Τι στην ευχή έπαθε στα καλά καθούμενα; Κι οι μεγάλοι παίζανε την Πρωτοχρονιά, μαζί με τα παιδιά, συνήθως με φασόλια, με τα λεφτά της Μονόπολης ή με κάποιο μικρό έπαθλο, «πχ ο νικητής για μια βδομάδα θα έδινε εντολές κι όλοι θα τις εκτελούσαμε», κάτι τέτοια.

Κάποιες φορές έβαζαν κι ένα δεκάρικο το φασόλι (δέκα δραχμές, το τονίζω) για να έχει πλάκα και πέρναγε το βράδυ κι ο νικητής, μετά από 3 ώρες είχε κερδίσει το ιλιγγιώδες ποσό των 5-6 χιλιάδων δραχμών. Δηλαδή δέκα – δεκαπέντε ευρώ σαν να λέμε. Γιατί ήταν διαφορετικό τώρα αυτό; Κι ο πατέρας μου να μουρμουρίζει ακόμα:

«Και το βαστάει τώρα η καρδιά σου να πας να ξοδέψεις ΛΕΦΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΕΡΔΙΣΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΙΔΡΩΤΑ ΣΟΥ; Που δεν είναι δικά σου;» κούναγε το κεφάλι του.

Μωρέ μια χαρά το βάσταγε η καρδιά μου κι ανυπομονούσα να πάω στο δισκάδικο αλλά ο πατέρας μου συνέχιζε το χαβά του, κι ούτε καν με κοίταζε:

«Τα κέρδισε λέει… με κάποια ικανότητά της; με κάποια εργασία της; Έβαλε κόπο; Γνώση; Διέθεσε χρόνο; Οοοοχι… τα κέρδισε!»

«Πως δεν διέθεσα χρόνο! Τέσσερεις ώρες παίζαμε! Και δεν είναι ικανότητα να μετράς σωστά και να ξέρεις που να σταματήσεις; Δεν έχασα τίποτα και πολλαπλασίασα το κεφάλαιό μου!» είπα και κούνησα πάλι τη βεντάλια με τα χαρτονομίσματα, λίγο πιο ψόφια αυτή τη φορά, είναι η αλήθεια.

«Σοβαρά; Τρομερή ικανότητα! Μόλις τους τα μάζεψες την έκανες! Και μάλιστα από τους φίλους σου!»

«Έλα ρε μπαμπά, είσαι άδικος. Δεν τους τα ‘κλεψα, όλοι διασκεδάζαμε.»

«Α, δεν τους τα ‘κλεψες, είστε φίλοι, ξέχασα.»

Ο μπαμπάς φόρτωνε κι εγώ όλο και ζάρωνα γιατί από τη μια φοβόμουν πως κάποια πατάτα πρέπει να έκανα, αλλά από την άλλη ήταν πολύ άδικο όλο αυτό για τα λεφτουδάκια μου!

«Και θες να σου πω ποιο είναι το επόμενο στάδιο;»

(Δεν ήθελα, αλλά θα μου το έλεγε έτσι κι αλλιώς):

«Το επόμενο στάδιο είναι ο ΜΕΣΑΖΟΝΤΑΣ!»

«Ο… ποιος;» (μα τι λέει ο άνθρωπος;)

«Αυτός ο κερατάς που ζητάει λεφτά για να κάνει τάχα μια εξυπηρέτηση που θα έπρεπε να την κάνει με την καρδιά του, ή, που είναι απλά υποχρέωσή του, η δουλειά του…»

«Μπαμπά, σοβαρά, τι λες;» Είχα αρχίσει και τα ΄παιρνα κι εγώ τώρα. «Μας δουλεύεις;»

«Που να καταλάβεις… αυτός που για να βάλει κάποιον σε μια δουλειά, του παίρνει ένα και δύο και τρία μηνιάτικα από τα εφτά που θα δουλέψει όλα κι όλα!»

«Ε;»

«Ξέρεις πόσοι έχουν έρθει και μου έχουν ζητήσει να μεσολαβήσω στην εταιρεία να μπαρκάρουν και θα μου έδιναν και δύο και τρεις μισθούς τους;»

«Γιατί;»

«Γιατί οι άνθρωποι χρειάζονταν δουλειά και κάποιοι άλλοι αλήτες το κάνουν! Και δημιουργούν προηγούμενο. Και φυσικά πάνω απ’ όλα είναι ο “δικός τους άνθρωπος” μέσα στην εταιρεία. Είναι “ο φίλος τους…” Παίρνουν σε μια στιγμή τον κόπο ενός μήνα από κάποιον οικογενειάρχη για να του βρουν μπάρκο, αδιαφορώντας για το πως θα τα βγάλει πέρα η οικογένειά του, που…»

«Βρε μπαμπα ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΝΑΥΤΙΚΟΣ, ΠΟΥ ΚΟΛΛΑΩ ΕΓΩ ΚΑΙ Η ΤΡΙΑΝΤΑΜΙΑ ΜΕ ΟΛΑ ΑΥΤΑ;»

«Φωνάζεις; Σηκώνει ο κλέφτης ταραχή να φύγει ο νοικοκύρης… Μπράβο…»

«Φωνάζω γιατί έχω δίκιο. Και να σου πω και κάτι μπαμπά; δεν ίδρωσαν και πολύ όλοι αυτοί για τα χαρτζιλίκια τους! Τους τα δώσανε! Κι αν τους πειράζει, να μην τα έπαιζαν. Έτσι δεν είναι; Αυτοί ήταν υπεύθυνοι για τα λεφτά τους.»

«Δηλαδή, τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα!» Γούρλωσε ο πατέρας μου και με κοίταζε.

(Τι στην ευχή; Δεν καταλάβαινα Χριστό χριστουγεννιάτικα…)

«Δηλαδή δεν νοιώθεις καμμία τύψη που τους πέτυχες σε μια στιγμή αδυναμίας η έστω και βλακείας και τους εκμεταλλεύτηκες!»

«ΕΓΩ τους εκμεταλλεύτηκα; Πώς;»

«Τα ίδια ακριβώς λένε και οι έμποροι ναρκωτικών! Κι αυτοί δε σε πιέζουν. Εσύ πας και τους παρακαλάς να σου δώσουν. Λένε, “εγώ απλώς τα προσφέρω αφού υπάρχει ζήτηση. Αυτοί έρχονται σε μένα μόνοι τους. Δεν τους πίεσε κανείς, ελεύθεροι είναι, ας μην τα έπαιρναν”. Όμως κάνουν τα πάντα για να μην πέσουν τα δικά τους παιδιά σε αυτήν την παγίδα…»

«Ωπα, ώπα, ώπα! Το χόντρυνες μπαμπά! Από μια πρωτοχρονιάτικη Τριανταμία έγινα ξαφνικά και έμπορος ναρκωτικών;»

«Το σκεπτικό είναι ακριβώς το ίδιο Αννούλα. Η ίδια νοοτροπία. Να βγάζεις λεφτά χωρίς κόπο, από την αδυναμία ή την ανάγκη του άλλου και έτσι να τον υποδουλώνεις.»

«Να ‘μαι τώρα και δουλέμπορος!»

«Αφού δεν καταλαβαίνεις τι λέω, δεν έχει σημασία. Καλοφάγωτα. Πήγαινε να δεις πως θα σε κοιτάνε οι φίλοι σου, όταν εσύ θα έχεις και θα ξοδεύεις ΤΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥΣ λεφτά κι αυτοί δεν θα έχουν. Αν θα νοιώθουν το ίδιο με σένα. Αν θα είστε ακόμα φίλοι. Πάντως, να ξέρεις, τα μεγαλύτερα εγκλήματα γίνονται με ένα “δεν πειράζει, εγώ προσωπικά δεν κάνω κάτι κακό. Ούτε θα σώσω εγώ τον κόσμο”,» είπε και μου γύρισε την πλάτη αδιάφορα μασώντας σποράκια και κάνοντας πως κοιτάει την τηλεόραση.

Σαν να άρχιζα να καταλαβαίνω. Τι ξεφτίλα ήτανε τώρα αυτή; Κι η μάνα μου γιατί κρυφοχαχάνιζε πίσω από την πόρτα και με τσάντιζε πιο πολύ; Που να τολμήσω να πάω να αγοράσω τους δίσκους που είχα βάλει στο μάτι και το καινούργιο walkman;

Την άλλη μέρα, πήγα σαν βρεγμένη γάτα και τα γύρισα πίσω σε όλους. Ο Σωτήρης μου είπε: «Ουφ, να σαι καλά, θα με σκότωνε ο πατέρας μου γιατί ζοριζόμαστε και είχα υποσχεθεί να τον βοηθήσω». Όλοι χάρηκαν και με ανακήρυξαν ήρωα της παρέας, αδαμάντινο χαρακτήρα, σπουδαία προσωπικότητα και άλλα τέτοια που τα έλεγαν για πλάκα αλλά με πείραζε. Και ντρεπόμουν ακόμα πιο πολύ.

Ακόμα και το δικό μου χαρτζιλίκι που είχα παίξει σε αυτή την παρτίδα πήγα και το αγόρασα όλο δώρα. Άρωμα και κόσμημα για τη μάνα μου, έναν ασημένιο Zippo και σετ ξυριστικών για τον πατέρα μου, τρία επιτραπέζια για τον αδερφό μου κι ό,τι περίσσεψε το έριξα στο παγκάρι της Μαρμαριώτισσας. Δεν ήθελα τίποτα από αυτά τα λεφτά της ντροπής!

Το ρεζουμέ είναι πως μετά από αυτό, δε συμπαθώ τα τυχερά παιχνίδια, τα χαρτιά και τα μπλιμπλίκια όταν παίζονται με λεφτά.

Και τώρα που μεγάλωσα, τις Πρωτοχρονιές φροντίζω να έχουμε πάντα φασόλια στο σπίτι. Κι αν τύχω κάπου που παίζουν ακόμα και ψιλά «έτσι για το καλό» πάντα κοιτάω στον ουρανό, για να πάρω άδεια.

Πολύ σπάνια μου δίνει.

© Αννυ Λιγνού

το έγραψα πριν χρόνια, για το  site μου e-fungus.gr

~κοινοποιήθηκε 293 φορές~
Share on facebook
Share on whatsapp
Share on email
Share on twitter
Share on pinterest

Επιτρέπεται η κοινοποίηση του άρθρου στα κοινωνικά δίκτυα μέσω των ενεργών συνδέσμων. Προκειμένου για αναδημοσίευση (αντιγραφή δηλαδή του κειμένου) παρακαλώ ζητήστε πρώτα την άδεια από τον/την συγγραφέα/συντάκτη, παραθέτοντας απαραίτητα όνομα, πηγή και ενεργό σύνδεσμο προς την σελίδα. Τροποποιήσεις στα κείμενα, δεν επιτρέπονται.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕ TO FACEBOOK ΠΡΟΦΙΛ ΣΑΣ
Στιγμιότυπο από το σπίτι του Κολοκοτρώνη και το άγαλμα με το γκράφιτυ

Βοήθα Γέρο!

Αυτό το υπνομυθιστόρημα, Θέλει το χρόνο του. Διαβάζεται λίγο πριν τον ύπνο. Ο αναγνώστης θα αποφασίσει κατά πόσο αποτελεί προϊόν ζωηρής φαντασίας ή ζοφερής πραγματικότητας…

Διαβάστε περισσότερα »