Share on facebook
Share on whatsapp
Share on email
Share on twitter
Share on pinterest
Χέρια μηχανικού
Χέρια μηχανικού. Foto credit: Pixaby

Οι ναυτεργάτες απεργούν

Λοιπόν, ο μπαμπάς μου, ήταν αρχιμηχανικός του Εμπορικού Ναυτικού. Ο πλήρης τίτλος ήταν Supervisor and Head of Technical Department of the -τάδε τεράστια- Company, κάτι πολύ εντυπωσιακό.

Σαν κάθε παιδί νοικοκύρη ναυτικού και δη Χιώτη, μεγάλωσα με άνεση. Με μεγάλη άνεση. Πάντα είχαμε ένα ωραίο μεγάλο σπίτι, με αρκετά δωμάτια και μια κυρία για οικιακή βοηθό. Πάντα είχαμε καλά ρούχα, καλά παπούτσια, καλά παιχνίδια, καλούς δασκάλους.

Ετσι λοιπόν, νόμιζα πως είμαστε πλούσιοι. (Ήμασταν, αλλά για άλλους λόγους, ανεξάρτητους από τα χρήματα). Μάλιστα, όταν συνέκρινα τα σπίτια μας με αυτά των εφοπλιστών όπου ήμασταν πολύ συχνά καλεσμένοι, πολλές φορές έβρισκα το δικό μας απείρως καλύτερο. (Μετά κατάλαβα ότι αυτό οφειλόταν στο καλό γούστο της μαμάς μου).

Να μην τα πολυλογούμε, κάποια από τις πολλές φορές που ταξίδεψα με τον μπαμπά μου, με πήρε κάτω στο μηχανοστάσιο να δω που δούλευε. Και τότε ήρθε η αποκάλυψη! Ο πάντα πεντακάθαρος και λαμπερός πατέρας μου, με τα άψογα νύχια, φορούσε μια φόρμα κατάμαυρη από τα λάδια και είχε στα χέρια του γράσα και μουτζούρες!

Στη μηχανή θα πρέπει να ήταν και 1000 βαθμοί Κελσίου! Η τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Μύριζε κλεισούρα, πετρέλαιο, γράσο και λαμαρίνα κι έκανε έναν διαολεμένο θόρυβο. Νόμιζα πως δεν μπορώ να πάρω αέρα.

Μετά από 5 λεπτά ξενάγησης που μου φάνηκαν αιώνας, ανέβηκα και πάλι στον επάνω κόσμο.

Όταν ήρθε ο πατέρας μου, φρεσκοπλυμένος, ξυρισμένος και γελαστός όπως τον ήξερα, τον ρώτησα πως μπορεί εκεί κάτω με τόση ζέστη που έχει και πίεση; Και γιατί πάει αυτός και δεν πάνε οι από κάτω του, αφού είναι chief και να τους δίνει οδηγίες?

“Γιατί ο τσιφ είναι ο πρώτος που πρέπει να κατέβει και να ξέρει τη δουλειά όλων των άλλων”, μου λέει.

Τον ίδιο καιρό γινόντουσαν κάποιες κινητοποιήσεις των αγροτών, στις οποίες συμμετείχαν κι οι εργάτες πανελλαδικά. Ο πατέρας μου ενδιαφερόταν πολύ.

“Μπαμπά, τι δουλειά έχουμε εμείς με τους αγρότες;” αναρωτήθηκα εγώ, η κόρη του εφοπλιστή, η οποία έπαιρνε πέντε πέντε τα πακέτα με τα πιο καινούργια αρώματα της μόδας από τα ντιούτι φρή.

“Γιατί, εμείς τι νομίζεις πως είμαστε;”

“Τι είμαστε; Ναυτικοί!” (Με κάποιο καμάρι που έρρεπε προς τον εφοπλισμό).

Εργάτης είμαι.”

“Πως εργάτης; Αφού εσύ διατάζεις όλους αυτούς εδώ κι άλλους τόσους στο γραφείο και τα πλοία δεν κουνιούνται άμα δεν το πεις. Τι εργάτης;”

“Εργάτης της μηχανής. Και δεν διατάζω κανέναν. Διευθύνω και επιβλέπω. Αγάπη μου, μπορεί να βγάζουμε αρκετά χρήματα, μα τα δουλεύω όλα με τα χέρια μου. Άσχετα αν αμείβομαι καλά, δουλεύω για κάποιον άλλον. Τα συμφέροντά μας, δεν είναι ίδια με των αφεντικών. Είναι με των εργατών! Θα κάνουμε πάντα άψογα τη δουλειά μας, αλλά όσα χρήματα κι αν αποκτήσουμε, εμείς θα είμαστε πάντα με το μέρος των αδικημένων, σύμφωνοι;”

“Σύμφωνοι μπαμπά.” Και δώσαμε τα χέρια.

Και τότε θυμήθηκα πάλι τα χέρια με τα γράσα. Θυμήθηκα τα Χριστούγεννα που σχεδόν ποτέ δεν ήταν ο πατέρας σπίτι, το σπίτι κατάφωτο, στολισμένο, φορτωμένο με όλου του κόσμου τα καλά και στο τραπέζι τη μαμά να μας υπενθυμίζει:

“Ο μπαμπάς σας βουτάει στη θάλασσα τώρα για να τα έχετε εσείς όλα αυτά.”

Οχι φυσικά για να μας δημιουργήσει ενοχές, αλλά για έχουμε συναίσθηση, να μην την ψωνίσουμε και γίνουμε σνομπαρίες.

Δεν αποτελώ εξαίρεση από τα παιδιά των άλλων ναυτικών, κάπως έτσι μεγάλωσαν όλα. Με μανάδες που έπρεπε να τρέξουν για όλα μόνες. Αρρώστιες, εφηβείες, σχολεία, φροντιστήρια, εύρυθμο σπίτι. Να πάρουν αποφάσεις για όλα μόνες και για τα πολύ σημαντικά σε τηλεφωνική συνεννόηση με τον πατέρα που αγωνιούσε κι αυτός από μακριά πίσω από ένα τηλέφωνο.

Με μανάδες που έπρεπε να μας πείσουν ότι τίποτα δεν ήταν οριστικό. Οτι ο μπαμπάς δεν πέθανε, ούτε μας παράτησε. Ο μπαμπάς μάς αγαπάει, αλλά απλώς λείπει για δουλειά. Πόση μοναξιά πέρασες βρε μάνα;

Ξέρεις ποιο είναι το πιο άσχημο στη ζωή του ναυτικού; Η αγωνία. Η αγωνία που έχουν αυτοί που τον περιμένουν σπίτι (αν είναι καλά, αν αρρωστήσει ποιος θα τον περιθάλψει, αν έχει καλές θάλασσες, πότε θα γυρίσει, ΑΝ θα γυρίσει…).

Κι από την άλλη η αγωνία που έχει αυτός για κείνους που έχει αφήσει σπίτι. Πως τα βγάζει πέρα η γυναίκα μου μόνη; Πρέπει τα άλλα Χριστούγεννα να μην κανονίσω μπάρκο. Να κάτσω σπίτι μια φορά. Ο μικρός αρρώστησε, είναι άραγε καλά; Η κόρη μου έγινε κι όλας δεσποινίδα και δεν τους χάρηκα. Τι δώρα να τους πάρω; Με θυμούνται τα παιδιά άραγε;

Και λίγα λόγια για τη ζωή των “καλοπληρωμένων” ναυτικών

 Ας μη γίνεται σύγκριση του μισθού τους με τους μισθούς των στεριανών, διότι οι ναυτικοί δεν πληρώνονται 12 μήνες το χρόνο. Οι ναυτικοί μπορεί να έχουν 35 ή και 40 χρόνια πραγματικής σκληρής εργασίας. Έχουν πληρώσει έναν σκασμό λεφτά σε κρατήσεις, αλλά η σύνταξή τους και η περίθαλψή τους δεν ανταποκρίνεται ούτε στο ελάχιστο σε αυτό.

Οι ναυτικοί μετά τη βάρδια τους, που στην ουσία δεν τελειώνει ποτέ, δε γυρνάνε να κοιμηθούν σπίτι τους και να χαρούν την οικογένειά τους. Πάνε στην καμπίνα τους, σε ένα κλουβί με στενές κουκέτες, και η ζωή τους εκτυλίσσεται μέσα σε μια λίγο μεγαλύτερη σιδερένια φυλακή για μήνες. Υπάρχει και σχετική ασθένεια. Λαμαρινίαση.

Που περνάνε μέσα από 12 Μποφώρ στον Ειρηνικό (τυφώνας με κύματα όσο μια πολυκατοικία) και στο πρώτο λιμάνι λένε στη γυναίκα τους “ναι μωρέ συναντήσαμε λίγο καιρό εκεί κάτω, αλλά όλα εντάξει μην ανησυχείς“. (Να θυμίσω ότι στα ταξίδια του γλυκού νερού, Κρήτη – Πειραιάς ας πούμε, ο απόπλους απαγορεύεται στα 8 Μποφώρ. Και η κλίμακα είναι εκθετική).

Οι ναυτικοί που για μήνες πολλούς, η μόνη τους συντροφιά είναι 12 άλλοι άντρες, οι περισσότεροι αλλοδαποί. Που όταν αρρωστήσουν στη μέση του πουθενά, δεν υπάρχει γιατρός και νοσοκομείο, αλλά βασίζονται στις γνώσεις του καπετάνιου, στα ματζούνια των Φιλιππινέζων του πληρώματος και στα γιατροσόφια που ξέρουν μεταξύ τους. Σε πονάει η μέση σου; Κρεμάσου από την πόρτα. Πούντιασες στο κατάστρωμα; Τρίψου με μπλε οινόπνευμα. κόπηκες στη μηχανή; Δέσε το σφιχτά.

Που δεν έχουν δει γιορτές στο σπίτι τους, που δεν έχουν δει τα παιδιά τους να μεγαλώνουν, που γυρίζουν πίσω και βλέπουν την γυναίκα τους όλο και πιο κουρασμένη κι εκείνη τους βλέπει με όλο και πιο γκρίζα μαλλιά, αν έχουν τη μεγάλη τύχη να προλάβουν να γκριζάρουν.

“Ολους τους ξέμπαρκους τους τρώει το σαράκι,
μα όσοι ταξίδεψαν ζηλεύουν την Ιθάκη.”

Μεγάλο κείμενο και πολλοί θα βαρεθείτε να το διαβάσετε ως το τέλος, αλλά τα Κρητικά “παλικάρια της φακής” που στράβωσαν και ηρθαν στην Αθήνα να κάνουν φασαρίες ενάντια στην δίκαιη απεργία των ναυτεργατών, πρέπει να ξέρουν πως τους στηρίξαμε όλοι στα αιτήματά τους και να τα πληροφορήσουμε ότι δεν έχουν πληρώσει ποτέ ένα σεντ για τη σύνταξη των ναυτικών, ενώ αντίθετα, σε κάθε ναυτική μισθοδοσία ένα μεγάλο μέρος των κρατήσεων πήγαινε υπέρ του ΟΓΑ.

Λίγος σεβασμός λοιπόν κι αλληλεγγύη δε θα έβλαπτε.
Υ.Γ. Ο μπαμπάς μου, πέθανε στη θάλασσα, ετών 54.

αξίζει τον κόπο να διαβάσετε τα σχόλια στην αρχική δημοσίευση, στο facebook.

~Διαβάστηκε / κοινοποιήθηκε 169 φορές~
Share on facebook
Share on whatsapp
Share on email
Share on twitter
Share on pinterest

Επιτρέπεται η κοινοποίηση του άρθρου στα κοινωνικά δίκτυα μέσω των ενεργών συνδέσμων. Προκειμένου για αναδημοσίευση (αντιγραφή δηλαδή του κειμένου) παρακαλώ ζητήστε πρώτα την άδεια από τον/την συγγραφέα/συντάκτη, παραθέτοντας απαραίτητα όνομα, πηγή και ενεργό σύνδεσμο προς την σελίδα. Τροποποιήσεις στα κείμενα, δεν επιτρέπονται.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕ TO FACEBOOK ΠΡΟΦΙΛ ΣΑΣ
Στιγμιότυπο από το σπίτι του Κολοκοτρώνη και το άγαλμα με το γκράφιτυ

Βοήθα Γέρο!

Αυτό το υπνομυθιστόρημα, Θέλει το χρόνο του. Διαβάζεται λίγο πριν τον ύπνο. Ο αναγνώστης θα αποφασίσει κατά πόσο αποτελεί προϊόν ζωηρής φαντασίας ή ζοφερής πραγματικότητας…

Διαβάστε περισσότερα »