Share on facebook
Share on whatsapp
Share on email
Share on twitter
Share on pinterest
1940 Ελληνοαλβανικά σύνορα. Αριστερά ο Οδυσσέας Ελύτης και δεξιά ο Γιάννης Τσαρούχης (Φωτο: από Ιστορικές Φωτογραφίες)

Δεν γιορτάζουμε την έναρξη κανενός πολέμου! Αλλο γιορτάζουμε!

Με αφορμή κάποιες σκέψεις μου πέρσι για την παρέλαση, πολλοί φίλοι μου έθεσαν το ερώτημα: «Γιατί γιορτάζουμε την  έναρξη του πολέμου κι όχι τη λήξη του όπως όλοι οι άλλοι;»

Βρε «παιδιά της Ελλάδας παιδιά», εμείς δεν είμαστε σαν τους άλλους! Και δεν γιορτάζουμε την έναρξη κανενός πολέμου!

ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ:

Ο Έλληνας δεν αισθάνεται δούλος γιατί δεν υποδουλώθηκε ποτέ πραγματικά.

Στα χρόνια της Ρωμαϊκής κατοχής «ο κατακτημένος κατέκτησε τον κατακτητή με το πνεύμα του…»

Στα 400 χρόνια της Τουρκοκρατίας, δεν έχασε το μπούσουλα. Διατήρησε τη συνοχή και την συνέχειά του. Διατήρησε το ελληνικό του στίγμα ακόμα και τη στιγμή που δεν υπήρχε ούτε σπιθαμή γης ελληνικής.

Έκανε πάνω από 200, άγνωστες στους πολλούς, απόπειρες επανάστασης και ξεσηκωμού επί τουρκοκρατίας, οι οποίες πνίγηκαν στο αίμα, μα δεν σταμάτησε.

Το ’40, την ώρα που η μισή Ευρώπη ήταν σύμμαχος των Ναζί και των Φασιστών και η άλλη μισή παραδινόταν άνευ όρων, ο Έλληνας είπε «ΟΧΙ».

Ο Έλληνας είναι «ο Αμάραντος που φυτρώνει μες στα δύσβατα, στις πέτρες, στα λιθάρια.»

Είναι το «κυκλάμινο στου βράχου τη σχισμάδα που παίρνει χρώματα κι ανθεί και μίσχο και σαλεύει» από «της Δικαιοσύνης τον ήλιο τον Νοητό

Μιλάει τη «μουσική γλώσσα, των Αγγέλων» την ίδια εδώ και χιλιάδες χρόνια, αυτήν που έγινε τροφός για όλες τις άλλες γλώσσες.

Ο Έλληνας δεν έχει υπάρχοντα. Η μόνη του περιουσία είναι η καρδιά του κι η ψυχή του η οποία ποτέ ανά τους αιώνες δεν κατέστη δυνατό να τιθασευτεί.

«Ολα να του τα κάψεις, πέτρα στην πέτρα να μην του αφήσεις», δεν θα παραδοθεί.

«Ενα αμπέλι, μια ελιά κι ένα καράβι» και ξαναφτιάχνει την Ελλάδα του.

Έσκυψε, γονάτισε να μαζέψει δυνάμεις και περίμενε άλλοτε υπομονετικά άλλοτε ανυπόμονα «πότε θα κάνει ξαστεριά» για να «πεταχτεί από ‘ξαρχής να αντριέψει, να θεριέψει».

Κι ας είχε πάντα «το σουγιά στο κόκκαλο και το λουρί στο σβέρκο

Δεν περιμένει τους «Βαρβάρους». Ξέρει καλά πως οι Βάρβαροι ποτέ δεν είναι «λύσις».

Ξέρει πως ακόμα κι αν είναι μόνο «ένα το χελιδόνι» και θα την πληρώσει πανάκριβα, η Άνοιξη θα έρθει. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.

Γιατί «σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει

Κι ο ήλιος θα γυρίσει κι ας «θέλει δουλειά πολλή» κι ας θέλει «νεκρούς χιλιάδες να ‘ναι στους τροχούς» κι ας «θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους

Δεν θα το τσιγκουνευτεί.

Δεν θα χειροκροτήσει ποτέ παγωμένος από φόβο επί ώρες, χαμογελώντας σε παράταξη, κι ούτε θα βάλει τα ψεύτικα κλάματα να στηθοδέρνεται από ψεύτικη συγκίνηση, μόλις δει στο μπαλκόνι τον Τύραννο και Δυνάστη που του έκατσε μπάστακας.

Δε θα παραδώσει τα όπλα του σε ένδειξη υποταγής στον πρώτο μοτοσικλετιστή του εχθρού που ήρθε να τα ζητήσει. «Ελα να τα πάρεις» θα του πει.

Ο Έλληνας θα περιγελάσει τον εχθρό που τον πετσοκόβει. Δεν θα κωλώσει από το μέγεθος του αντιπάλου αλλά θα δώσει «μάχη υπό σκιάν» κάτω από τα χιλιάδες εχθρικά βέλη.

Θα ρωτήσει μόνο τον «μπούτσον του» αν πρέπει να πολεμήσει και αυτό θα απαντήσει στον φοβερό και τρομερό πασά που του ζητάει να συνθηκολογήσει, βρίζοντάς του ό,τι έχει και δεν έχει! Κι ας ξέρει πως ο ίδιος βρίσκεται σε δεινή θέση.

Θα κοροϊδέψει όσο δεν παίρνει τη στολή του αδίστακτου Ντούτσε μ’ όλα της τα φτερά και τα πούπουλα, που του ήρθε «μια νύχτα με φεγγάρι την Ελλάδα μας να πάρει, βρε το φουκαρά…»

Θα αναρωτηθεί γελώντας «τίνος είναι βρε γυναίκα τα παιδιά που το ‘να του φωνάζει Si και τ’ άλλο του φωνάζει Ja» με τόσους που του έκατσαν στο σβέρκο, μα θα ξέρει σίγουρα πως «το τρίτο είναι το δικό μας, γαμώ το κέρατό μας αγάπη μου γλυκειά» και για αυτά τα παιδιά του θα πολεμήσει.

Θα σηκώσει το ακόντιο όχι για την πάρτη του, αλλά «για την Ελλάδα ρε γαμώτο

Γιατί «όταν ο Έλληνας αισθανθεί δυνατός, τότε γίνεται αδυσώπητος τιμωρός…»

Κι η Ελληνίδα δε θα κρυφτεί ποτέ. Θα μπει μπροστά και θα δείξει το δρόμο: «Σέρνει τουφέκια στην ποδιά, φυσέκια στο ζωνάρι και το παιδί στην αγκαλιά κι ομπρός απ’ όλους πάει…»

Θα γίνει λέαινα για να προστατεύσει ό,τι πολυτιμότερο έχει: «Γυναίκες Ηπειρώτισσες, ξαφνιάσματα της Φύσης, εχθρέ, γιατί δε ρώτησες ποιον πας να κατακτήσεις;»

«Μην καταδέχεσαι να ρωτήσεις: Νικήσαμε; Νικηθήκαμε; Πολέμα!»

Και πολεμάει.

Ενάντια σε όσα τον πνίγουν και τον σαμποτάρουν, ο Ελληνας πολεμάει, γιαυτό και φωνάζει «ΑΕΡΑΑΑΑΑ»

Ο πόλεμος και η έκβασή του δεν τον νοιάζουν πραγματικά γιατί μέσα του είναι ήδη νικητής. Είναι ελεύθερος.

Για μας τους Έλληνες, η στιγμή που μπαίνουμε στο μυστηριακό εκείνο ταξίδι κι αποφασίζουμε να πούμε ΟΧΙ, είναι και η στιγμή που καθορίζει το τέλος.

Του το λένε οι αρχαίοι θεοί του οι Δώδεκα, του το λέει κι ο Ενας, ο Μοναδικός. «Πάντας ελευθέρους αφήκε θεός, ουδένα δούλον η φύσις πεποίηκε.» Είσαι ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ!

Είναι εκείνη η μαγική στιγμή που ορθώνεις το ανάστημά σου, κάνεις στην πάντα τον φόβο σου και δε λογαριάζεις αν ο εχθρός είναι χίλιες φορές μεγαλύτερος από σένα, αν είναι πάνοπλος κι εσύ είσαι άοπλος κι αν «τα βέλη του μπορούν να σκεπάσουν τον ήλιο.»

Είναι η στιγμή που παίρνεις την απόφαση ότι ή θα ζήσεις ελεύθερος ή «θα δειπνήσεις παρέα με τους συμπολεμιστές σου στον Αδη

Ο Ελληνας κοιτάει τον άλλον ευθεία στα μάτια με αυτό το βλέμμα που παγώνει τον εχθρό:

Αλίμονο Μαρδόνιε, με ποιους μας έφερες να πολεμήσουμε;

Ε, αυτών τα παιδιά και τα εγγόνια είμαστε. Ας το θυμηθούμε. Και μη μου πείτε «δεν τους μοιάζουμε σε τίποτα, από κοντά περάσαμε» και τέτοια. Δεν το πιστεύω.

«Ω! τριακόσιοι! Σηκωθήτε και ξανάλθετε σ’ εμάς
τα παιδιά σας θελ’ ιδήτε πόσο μοιάζουνε με σας…»

Επειδή με συνεπήρε ο οίστρος ως συνήθως, δεν ξέρω αν καταλάβατε τι γίνεται τελικά εδώ:

Οι άλλοι λαοί γιορτάζουν τη λήξη του πολέμου ή την απελευθέρωσή τους. Εμείς γιορτάζουμε τη στιγμή που νικάμε τον φόβο και υψώνουμε το ανάστημά μας. Από αυτή τη στιγμή, είμαστε ήδη ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ. Αυτό ακριβώς γιορτάζουμε. Αυτό και το μεγαλείο ενός μικρού λαού που τα έβαλε με πολλούς μεγάλους. Κάποιους τους νίκησε, κάποιοι τον νίκησαν, μα ποτέ δεν τον λύγισαν!

Στο κείμενο με βοήθησαν λίγο, κάτι αρματολοί, κάτι κλέφτες, μια Σπαρτιάτισσα μάνα, κάτι ΕΑΜίτες, κάτι ΕΠΟΝίτες, κάτι αντιστασιακοί παλιοί και καινούργιοι, ο Βρεττάκος, ο Οράτιος, ο Αισχύλος, ο αρχαίος ποιητής Αλκιδάμας, ο Ελύτης, ο Ρίτσος, ο Καζαντζάκης, ο Σολωμός, ο Κάλβος, η Μπουμπουλίνα, ο Κολοκοτρώνης, ο γιος της καλογριάς ο Καραϊσκάκης, η Τζαβέλαινα, η Πατουλίδου, ο Λεωνίδας, ο Διηνέκης, ο Ηρόδοτος, ο Μίκης (κι ο Ζέζας κι ο Θεοδωράκης) κι άλλοι πολλοί.

Μα πιο πολύ με βοήθησαν τα παιδιά μας, τα πιτσιρικάκια μας εδώ στο εξωτερικό που όταν ακούνε μουσική στο ρεφρέν ξαφνικά φωνάζουν πιο δυνατά:

«…Δε σε φοβάμαι, δε σε φοβάμαι,
με την Ελλάδα εγώ ξυπνάω και κοιμάμαι…»

Το ΄χω και σε βίντεο, άμα δεν με πιστεύεις…

~Διαβάστηκε / κοινοποιήθηκε 851 φορές~
Share on facebook
Share on whatsapp
Share on email
Share on twitter
Share on pinterest

Επιτρέπεται η κοινοποίηση του άρθρου στα κοινωνικά δίκτυα μέσω των ενεργών συνδέσμων. Προκειμένου για αναδημοσίευση (αντιγραφή δηλαδή του κειμένου) παρακαλώ ζητήστε πρώτα την άδεια από τον/την συγγραφέα/συντάκτη, παραθέτοντας απαραίτητα όνομα, πηγή και ενεργό σύνδεσμο προς την σελίδα. Τροποποιήσεις στα κείμενα, δεν επιτρέπονται.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕ TO FACEBOOK ΠΡΟΦΙΛ ΣΑΣ